Βρυκόλακες: Η Γοτθική Λογοτεχνία που Ξεχάσαμε
Η γοητεία που ασκεί ο βαμπιρισμός στη φανταστική λογοτεχνία του τρόμου παραμένει διαχρονικά άσβεστη, σαν ένα παράδοξο φως που τρέφεται από το σκοτάδι.
Από τα γοτθικά κάστρα της Ευρώπης μέχρι τις δικές μας τοπικές δοξασίες, τα πλάσματα της νύχτας δεν σταμάτησαν ποτέ να στοιχειώνουν το μελάνι των δημιουργών.
Ωστόσο, η παρουσία που έχει ο βρυκόλακας στην ελληνική λογοτεχνία κουβαλά μια δική του, μοναδική ιδιοσυγκρασία· μια φύση πιο γήινη, πιο σπαρακτική και βαθιά δεμένη με το χώμα. Ξεφυλλίζοντας την ιστορία αυτών των πλασμάτων, συνειδητοποιεί κανείς ότι η ανατομία του μύθου τους δεν κρύβεται μόνο στις σελίδες των βιβλίων, αλλά ακόμα και στον τρόπο που επιλέγουμε να προφέρουμε ή να ορθογραφήσουμε το ίδιο τους το όνομα.
Βαμπιρισμός και Λογοτεχνία Τρόμου: Πώς τα Πλάσματα της Νύχτας Στοίχειωσαν τις Σελίδες μας
Βαμπίρ. Ένα πλάσμα παράξενο, σκοτεινό και μυστηριώδες που βγαίνει τις νύχτες διψασμένο ή και πεινασμένο,αναζητώντας ενέργεια· αίμα.
Με το πρώτο φευγαλέο φως της αυγής πρέπει να κρυφτεί.
Βαμπίρ… Ψάχνει αιώνια μέσα στο πηχτό σκοτάδι για το επόμενο θύμα του, βουτηγμένο σε έναν αέναο κύκλο αίματος που ποτέ δεν σταματάει.
Είναι ο μοναχικός Άρχοντας της Νύχτας και κατέχει την πιο σπουδαία, ίσως και την ανώτερη θέση της υπερφυσικής οντότητας στη Λογοτεχνία του Φανταστικού,
ένα αγαπημένο είδος Λογοτεχνίας στο οποίο και βυθίστηκα από την ηλικία των 8 ετών, μέχρι και σήμερα… απόψε… όπου οι Ιτιές του Άλτζερνον Μπλάκγουντ
περιμένουν υπομονετικά δίπλα μου για να μου ψιθυρίσουν για άλλη μία φορά τα τρομερά μυστικά τους.
Το πιο παλαιό και δυνατό συναίσθημα του ανθρώπινου είδους είναι ο φόβος.
Το πιο παλαιό και δυνατό είδος φόβου είναι ο φόβος για το άγνωστο.
Η παραδοχή αυτών των δύο γεγονότων, καθιερώνει μια και για πάντα την αξιοπρέπεια
και τη γνησιότητα της τρομακτικής ιστορίας ως λογοτεχνικό είδος.
{Χ.Φ.Λάβκραφτ ~ Ο Υπερφυσικός Τρόμος στη Λογοτεχνία}
Αφορμή για αυτήν την ανάρτηση είναι τα βιβλία της σειράς Έμπονυ Βάργκας. Αισθάνομαι πως θέλω να γράψω λίγα λόγια για το Φανταστικό,
όπου όπως θα δείτε , δεν χωράει αμφιβολία για το αν τελικά ο Βαμπιρισμός παράγει Λογοτεχνία ή όχι, όσο κι αν κάποιοι θεωρούν τον
Βαμπιρισμό ξεπερασμένη λογοτεχνία του σωρού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Βαμπιρισμός, ο τόσο στενά συνδεδεμένος με τις ανθρώπινες πρωτόγονες συναισθηματικές καταστάσεις και συγκινήσεις, εμφανίζεται στη Λογοτεχνία εδώ και πολλούς αιώνες, μόνο που αρχικά, δεν υπήρχε η έννοια ”βρικόλακας”, παρά κάποιες παραπλήσιες ονομασίες, όπως π.χ. οι ελληνικές και ρωμαϊκές Λάμια, Στρίγκα, Έμπουσα, Μορμολυκία, η εβραϊκή Λίλιθ, το αραβικό Γκουλ, τα ασσυροβαβυλωνικά Εκιμού και Ουτουκού, τα ινδικά Ρακσάσας {δαίμονες της νύχτας που πίνουν το αίμα}. Όλα τα προηγούμενα δεν ήταν βρικόλακες με τη σύγχρονη έννοια που αποδίδουμε σήμερα στη λέξη, αλλά ήταν περισσότερο δαιμονικά πλάσματα που έπιναν το αίμα των ζωντανών.
Αντίθετα, στις αρχαίες παραδόσεις της Κίνας, υπήρχε το Kiang Shi, που σήμαινε βρικόλακας ακριβώς επειδή ήταν ένας νεκρός που ξαναζωντάνευε και γύρευε να πιει το αίμα των θνητών. Εννοείται πως δεν μπορώ να αναφέρω εδώ τις ονομασίες που είχαν ή έχουν ακόμα για αυτά τα πλάσματα οι παγκόσμιες παραδόσεις, μια και υπάρχουν εκατοντάδες εξιδεικευμένα βιβλία για αυτό. Μέχρι στιγμής λοιπόν, έχετε καταλάβει τη διαφορά ενός αιμοδιψούς πλάσματος από τη μία, με έναν πεθαμένο που επιστρέφει στη ζωή από την άλλη.
Από τα αρχαία κείμενα τα οποία μιλούν για διάφορα τέτοια πλάσματα, θα αναφέρω ενδεικτικά το Έπος του Γκιλγκαμές {The Epic of Gilgamesh} όπου η παρουσία υπερφυσικών όντων
δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τα σύγχρονα μυθιστορήματα Φαντασίας.
Η Ιστορία του Βαμπιρισμού στη Λογοτεχνία και οι
Σκιές στο Μελάνι: Η Γοητεία του Βαμπιρισμού
από τον Ρομαντισμό Μέχρι Σήμερα
Ίσως να νομίζετε πως η πρώτη λογοτεχνική εμφάνιση της μορφής του βρικόλακα έγινε στο βιβλίο του Μπραμ Στόκερ {Bram Stoker} Δράκουλας {Dracula}
που εκδόθηκε το 1897. Κάνετε λάθος όμως, διότι ο Βαμπιρισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά με τη μορφή ποιήματος και συγκεκριμένα από την πένα του
Γερμανού Ερρίκου Αυγούστου Οσσενφέλντερ {Heinrich August Ossenfelder} και το ποίημα Το Βαμπίρ {Der Vampir} που γράφτηκε το 1748.
Στο δεύτερο μισό του 1700 το απελευθερωμένο ένστικτο βρίσκει τη θέση του στο λογοτεχνικό εκείνο ρεύμα που αποκαλέστηκε Γοτθικό και το έτος 1763
ήταν η χρονιά που ο Οράτιος Γουόλπολ {Horace Walpole} έγραψε Tο Κάστρο του Οτράντο {The Castle Of Otranto}μία ιστορία που έμελλε να ασκήσει
μια άνευ προηγουμένου επίδραση στη λογοτεχνία του Φανταστικού. Η Ποίηση όμως είχε ανάγκη κι από άλλη μία πένα αφιερωμένη στον Βαμπιρισμό.
Έτσι, το 1773 γράφεται από τον Γοδεφρείγο Αυγούστο Μπέργκερ {Gottfried August Bürger} το ποίημα Λενόρα {Lenore} το οποίο και επηρέασε αργότερα
το έργο πολλών ποιητών και συγγραφέων.
Το ρεύμα της Γοτθικής Φανταστικής λογοτεχνίας συνέχισε την ανοδική του πορεία, όταν το 1794 εμφανίστηκε το καλύτερο είδος πρώιμης γοτθικής νουβέλας
Τα μυστήρια του Ουντόλφο {The Mysteries Of Udolpho} από την Αγγλίδα συγγραφέα Ανν Ράντκλιφ {Ann Radcliffe} ενώ τρία χρόνια αργότερα και
συγκεκριμένα το 1797, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε {Johann Wolfgang von Goethe} γράφει το ποίημα Η νύφη της Κορίνθου {Die Braut von Korinth}.
Το ίδιο έτος ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ {Donatien Alphonse Francois, comte de Sade} δημοσιεύει τα Ζυστίν {Justine} και Ζουλιέτ {Juliette} με έντονο το
βαμπιρικό στοιχείο δεμένο άρρηκτα πάντα με τον, γνωστό για τις σαδιστικές του προτιμήσεις, ερωτισμό του Μαρκησίου.
Από τα δίχτυα του Βαμπιρισμού δεν ξέφυγε ούτε ο ρομαντικός ποιητής Σάμιουελ Τέϊλορ Κόλλεριτζ {Samuel Taylor Coleridge} που το 1797 έγραψε το πρώτο μέρος
του ποιήματος Κρίσταμπελ {Christabel} και το 1800, το δεύτερο.
Το 1801 ο Άγγλος Ρόμπερτ Σάουθεϊ {Robert Southey} εκδίδει το εκπληκτικά μυστηριακό λυρικό ποίημα Θάλαμπα ο Καταστροφέας {Thalaba the Destroyer}
ενώ εννέα χρόνια αργότερα ο Τζον Σταγκ {John Stagg} εκδίδει το έργο The Vampyre.
Ο Γκιαούρης {The Giaour} από τον Λόρδο Βύρωνα {George Gordon Noel Byron, 6th Baron Byron} εμφανίζεται το 1813 και έχει έναν αρκετά Ελληνικό χαρακτήρα,
μια και ο Tούρκος καταριέται τον γκιαούρη {Έλληνα} να γίνει βρικόλακας και το πτώμα του να σηκωθεί από τον τάφο. Με αυτό το ποίημα, ο Λόρδος Βύρωνας
αποδεικνύει τις γνώσεις που κατείχε για το φαινόμενο των βρικολάκων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
To 1819 κάνει την εμφάνισή του ο Λόρδος Ρούθβεν {Lord Ruthven} ο ήρωας-βαμπίρ του ιατρού Τζον Ουίλλιαμ Πολιντόρι {John William Polidori} στο έργο
The Vampyre ~ A Tale, το σημαντικότερο βαμπιρικό έργο του 19ου αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ένας ευγενής, γοτθικός σκοτεινός ήρωας,
ο Λόρδος Ρούθβεν. Η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται κυρίως στην Ελλάδα, όπου περιγράφεται ένα μέρος των αληθινών ταξιδιών του Πολιντόρι με τον Λόρδο Βύρωνα.
Το ίδιο έτος, ο Τζον Κητς {John Keats} γράφει το ποίημα Η Λάμια {The Lamia} ίσως το πρώτο έργο ψυχικού Βαμπιρισμού, όπου η Λάμια καταβροχθίζει τη ζωτική
ενέργεια του θύματος, ένα εξαίσιο δείγμα λογοτεχνικού Βαμπιρικού Τρόμου, επηρεασμένο από ένα περιστατικό της βιογραφίας που έγραψε ο Φλάβιος Φιλόστρατος
για τον Απολλώνιο Τυανέα.
Ορόσημο στη βαμπιρική λογοτεχνία στάθηκε το έργο της Ελίζαμπεθ Κάρολαϊν Γκρέϋ {Elizabeth Caroline Grey} Η Ερωμένη του Βρυκόλακα {The Vampire Mistress}
που γράφτηκε το 1828 και θεωρείται ότι είναι η πρώτη βαμπιρική ιστορία που γράφτηκε και εκδόθηκε ποτέ από γυναίκα.
Το 1830 συνέβη ένα λογοτεχνικό ξεκίνημα που επηρέασε βαθύτατα τις τάσεις των ιστοριών του παράδοξου. Το ξεκίνημα αυτό υλοποιήθηκε στο πρόσωπο του
Έντγκαρ Άλαν Πόε {Edgar Allan Poe} που χάρισε στο κοινό εκπληκτικής αξίας δημιουργήματα, κάνοντας πολύ απλά αυτό που κανείς δεν έκανε ή δεν θα μπορούσε
να κάνει, καθώς ο Poe αντιλήφθηκε πως η πραγματική λειτουργία του δημιουργικού μυθιστορήματος/ποιήματος είναι να εκφράζει και να ερμηνεύει γεγονότα και
καταστάσεις έτσι ακριβώς όπως είναι, δίχως καμία καταπιεστική τάση του ταλέντου. Η αλλόκοτη σύλληψη της Λιγείας {Ligeia} έγινε στα χέρια του Πόε ένας
πραγματικός, ζωντανός, πειστικός τρόμος που στοίχειωσε τις νύχτες… όλων όσων τη διάβασαν.
Το 1835 ο Νικολάϊ Γκογκόλ {Nikolai Gogol} προσφέρει στη Ρωσική λογοτεχνία τη βαμπιρική ιστορία Viy, ενώ ο συγγραφέας Θεόφιλος Γκωτιέ {Theophile Gautier}
γράφει το 1836 το βαμπιρικό διήγημα Η Νεκρή Ερωμένη {La Morte Amoureuse} ένα εκπληκτικό έργο που αξίζει ίσως όσο κανένα άλλο να διαβαστεί.
Ο εξάδελφος του Leo Tolstoi, Αλέξανδρος Τολστόϊ {Count Aleksei Konstantinovich Tolstoi} γράφει το 1833 το έργο Ο Βρικόλακας {Upyr} και δεν σταματάει εκεί,
μια και συνεχίζει να προσφέρει στο κοινό κι άλλα βαμπιρικά έργα, όπως το βιβλίο Η Οικογένεια του Βρικόλακα {The Family of the Vourdalak} κατά το έτος 1847
και έπειτα, το βιβλίο Amena.
Το 1845 μέχρι και το 1847 αρχίζει να εκδίδεται σε μορφή φυλλαδίων {αν και σαν βιβλίο εκδόθηκε οριστικά το 1847} το έργο των 800 σελίδων Βάρνευ ο Βρικόλακας
{Varney the Vampyre of the Feast of Blood} όπου δύο πένες ήταν υποψήφιες για τη δημιουργία του. Η μία ήταν του Τόμας Πρέσκετ Πρεστ {Thomas Preskett Prest}
και η άλλη του Τζέϊμς Μάλκολμ Ράϊμερ {James Malcolm Rymer} που… τελικά, δεν ήταν κανένας από τους δύο ο συγγραφέας, μια και κανένα από αυτά τα ονόματα
δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ ως δημιουργοί του παραπάνω έργου, κατατάσσοντας έτσι τον Βάρνεϋ τον Βρικόλακα στα βιβλία εκείνα που η ταυτότητα του δημιουργού
παραμένει πεισματικά άγνωστη μέχρι σήμερα, ενώ το ίδιο το βιβλίο παραμένει κι αυτό με τη σειρά του ένα αριστούργημα του Φανταστικού.
Το 1855 ο Ζεράρ Ντε Νερβάλ {Gerard de Nerval} γράφει την Αυρηλία {Aurelia} άλλη μία λογοτεχνική φιγούρα γυναίκας-βαμπίρ, που στοιχειώνει και επιδρά με
καταλυτικό τρόπο στον Νερβάλ.
Το 1857 ο Κάρολος Μπωντλαίρ {Charles Baudelaire} γράφει την ποιητική συλλογή Τα Άνθη Του Κακού {Les Fleurs Du Mal} όπου έξι ποιήματα λογοκρίνονται και
τελικά κόβονται, δύο εκ των οποίων ήταν Ο Βρικόλακας {Le Vampire} και Η Μεταμόρφωση του Βρικόλακα {Les Metamorphoses du Vampire}.
Ο Πολ Φεβάλ {Paul Feval} γράφει τρεις νουβέλες, την Le Chevalier Tenebre {1860}, την La Vampire {1865} και την La Ville Vampire {1874}, ενώ στην ίδια
χρονική περίοδο και συγκεκριμένα το 1871, ο Σέρινταν Λε Φανού { Sheridan Le Fanu } κάνει την αρχή γράφοντας μία βαμπιρική ιστορία, την Καρμίλλα {Carmilla}
με έντονα σεξουαλικά, λεσβιακά υπονοούμενα που παραπέμπουν ξεκάθαρα στην Κρίσταμπελ του Κόλλεριτζ {1797} .
Ο Γκυ Ντε Μωπασάν {Guy de Maupassant} εκδίδει το 1887 το εκπληκτικά σκοτεινό La Horla, ενώ το διήγημα Ύαινες {Hyenas} του Ε.Τ.Α. Χόφμαν {E.T.A Hoffman}
είναι διάχυτο από μία αισθησιακή ατμόσφαιρα στην οποία εμφανίζεται με άκρως ερωτικό και μοιραίο τρόπο η γυναίκα-βαμπίρ.
Και φτάνουμε στο έτος 1897, όπου ο Μπραμ Στόκερ {Bram Stoker} εκδίδει το αριστουργηματικό Δράκουλας {Dracula} έργο που δεν χρειάζεται περαιτέρω σύσταση.
Την ίδια χρονιά, ο Ράντγιαρντ Κίππλινγκ {Rudyard Kipling} γράφει το ποίημα The Vampire, όπου παρουσιάζει τη μοιραία γυναίκα-βαμπίρ, όπως ακριβώς είχε κάνει
ο Τζον Κητς το 1819 και ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν.
Και κάπου εδώ θα σταματήσω την περιγραφή των βαμπιρικών έργων, όχι επειδή δεν υπάρχουν άλλα, μα γιατί αν συνεχίσω να αναφέρω έστω και περιληπτικά από μία
μικρή κριτική για όλα τα υπόλοιπα, σίγουρα θα χρειαστώ πολλές ακόμα σελίδες {Σημ. το παρόν πρωτογράφτηκε σε χαρτί}.
Από αυτή λοιπόν τη μικρή και σίγουρα ενδεικτική περιγραφή λογοτεχνικών έργων, αποδεικνύεται ότι ο Βαμπιρισμός όχι μόνο είναι Λογοτεχνία, αλλά ανήκει και στα
παλαιότερα είδη της, όπου ποιητές και συγγραφείς χάρισαν εκπληκτικά αριστουργήματα στο κοινό, η μαγεία των οποίων άντεξε μέχρι τη σημερινή, σύγχρονη εποχή μας.
Η Λογοτεχνία του Φανταστικού δεν είναι μία τετριμμένη υποκουλτούρα χαμηλού επιπέδου που προσβάλλει τον ακαδημαϊσμό. Είναι από μόνη της μία υπέροχη Κουλτούρα,
στα νερά της οποίας είχα την τύχη να βουτήξω από μικρή ηλικία. Η Λογοτεχνία του Φανταστικού υποκρύπτει σημαντικά πράγματα στο βάθος και ο αναγνώστης
{ή ο εκάστοτε καλοπροαίρετος ή κακεντρεχής κριτής} πρέπει να έχει την απαραίτητη εξυπνάδα να ανιχνεύσει την αληθινή της φύση. Να σκάψει το υποσυνείδητό του
και να αντιληφθεί ότι ο Βαμπιρισμός δεν είναι ένα απλό δάγκωμα του λαιμού -αλήθεια, τι επιδερμική περιγραφή για ένα τόσο εξαίσιο Λογοτεχνικό είδος- αλλά στην ουσία
κρύβει μία υπολανθάνουσα ερωτική κατάσταση, κρυμμένη βαθιά κάτω από τα παλαιά ένστικτά μας, που περιμένει υπομονετικά να αναδυθεί και να της δώσουμε σημασία.
Οι δημιουργοί της Φανταστικής Λογοτεχνίας σαφώς και εκτίθενται στις κριτικές, όπως κι εγώ με τη σειρά μου και είναι πάντα εις γνώσιν μου, όμως κανένας δεν μπορεί
να υποστηρίζει πλέον με σοβαρά επιχειρήματα ότι ο Βαμπιρισμός και το Φανταστικό, δεν είναι Λογοτεχνία.
Κορυφαίοι συγγραφείς και ποιητές μαγεύτηκαν από το Φανταστικό και δημιούργησαν έργα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται κλασικά και αξεπέραστα, μια και το Φανταστικό
επιζώντας από τις αιχμηρές, κοροϊδευτικές και διαχρονικές πάντα βολές στείρων μυαλών, αναπτύχθηκε και έφτασε σε αξιοσημείωτα ύψη αριστουργηματικής τελειότητας.
Η γοητεία του μακάβριου είναι γενικά περιορισμένη,
γιατί απαιτεί από τον αναγνώστη έναν ορισμένο βαθμό φαντασίας.
έλεγε ο μεγάλος δημιουργός του Φανταστικού Χ. Φ. Λάβκραφτ. Κι αν υπάρχει έλλειψη φαντασίας, συμπληρώνω με τη σειρά μου, τότε είναι πολύ εύκολο
να μη γίνει αντιληπτή η παγίδα. Οποιαδήποτε κριτική όμως και να εκσφενδονιστεί ενάντια στη Λογοτεχνία του Φανταστικού και κατά συνέπεια και του Βαμπιρισμού,
μια και αποτελεί σημαντικό παρακλάδι του Κοσμικού Τρόμου όπως θα έλεγε και ο αγαπημένος δημιουργός Λάβκραφτ, θα πέσει στο κενό.
Ο Βαμπιρισμός όχι μόνο παράγει Λογοτεχνία αλλά συνεχίζει να γνωρίζει μεγάλη διάδοση ενώ παράλληλα η επιρροή του παραμένει σταθερά αμείωτη, αφού επιμένει
να τη στοιχειώνει αφήνοντας πάνω της ανεξίτηλα σημάδια, όπως ακριβώς ο ίδιος ο βρικόλακας στοιχειώνει το θύμα του και το σημαδεύει με τα μακριά, μυτερά του δόντια…
χαρίζοντας και στις δύο περιπτώσεις, την Αθανασία.
Και μην ξεχνάμε άλλωστε, πως είναι πράγματι εκπληκτικό το γεγονός πως ο Βαμπιρισμός όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε {η στιγμή μίας μικρής αποκάλυψης έφτασε:
το πρώτο Βαμπιρικό βιβλίο που διάβασα το 1987/1988 ήταν από τη σειρά Ο Μικρός Βρικόλακας της Angela Sommer Bodenburg και συνεχίζω ακάθεκτα από τότε}
αλλά εξελίχθηκε τόσο πολύ, που πλέον μιλάμε όχι μόνο για βιβλία, αλλά και για κινηματογραφικές ταινίες, σειρές, τηλεταινίες, θεατρικά έργα, πίνακες, κόμικς,
R.P.G. υπολογιστών {Role Playing Games} περιοδικά κ.λπ..
Βρυκόλακες και Βαμπίρ στα Ελληνικά Γράμματα
Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το συγκλονιστικό ποίημα του Έλληνα Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ”Ο Βρικόλακας ή Θανάσης Βάγιας”.
Δεν θέλησα να μεταφέρω το δημοτικό τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, καθώς πιστεύω ότι το ποίημα του Βαλαωρίτη είναι λιγότερο γνωστό στο κοινό,
αλλά και γιατί υπάρχει ήδη μία εκπληκτικά πρωτότυπη μυθιστορηματική μεταφορά του δημοτικού αυτού τραγουδιού από τον αξιόλογο συγγραφέα
Φώτη Κατσιμπούρη. Ο Φώτης Κατσιμπούρης πρωτοτύπησε και το 2011 χάρισε στο κοινό το εξαιρετικό βιβλίο, Ο Όρκος.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης – Ο Βρικόλακας ή Θανάσης Βάγιας
Δ’Ο Βρικόλακας
-“Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον ‘Αδη;Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη…
Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
‘Ασε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.Το κρίμα που ‘καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τί έκαμα και με τρομάζεις;
Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα…
Πες μου… δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου…
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δες… πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.Πες μου πούθ’ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πουθ’ έρχεσαι; Τ’ ήλθες να δεις”;Ε’-“Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
κι εκεί οπού έστεκα σαβανωμένος,
βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
ακούω που φώναξε: -“Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α
σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτε κει”-.Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.-“Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι”-.Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.Και σα με βρήκανε όλοι με μια
έξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.Πετάμε, τρέχουμε, φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλνάει.
Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σα ν’ αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: -“Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α”-.
Έτσι εφτάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου ‘δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
Για δες το στόμα μου, το ‘χω βαμένο.Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε… στέκουν κι ακούνε.
-“Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή”-.
Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
Με παρατήσανε… Κανείς δε μένει.
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω ‘δω,
με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ”.ΣΤ’
-“Θανάση σ’ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πας είν’ ώρα”.-“Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ’ το στόμα σου τρία φιλιά”.-“Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα”.-“Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Μου πήρ’ η κόλαση κειό το φιλί”.-“Φέυγα και σκιάζομαι τ’ άγρια σου μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομμάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ’ την αχάμνια τους λες κι είν’ μαχαίρια”.-“Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ‘γω
κείνος π’ αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης”.
-“Φεύγ’ απ’ τα μάτια μου, θα με κολάσεις”.Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ’ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.Τήνε ξεγύμνωσε… το χέρι απλώνει…
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει…Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο…
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -“Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α !”-
{Ο Θανάσης Βάγιας ήταν εκείνος που πρόδωσε το Γαρδίκι στον Αλή Πασά}.
© 2012 Κωνσταντίνα Λαψάτη – Πρωτοδημοσιεύτηκε στο προσωπικό blog της συγραφέως, με τίτλο: Βαμπιρισμός VS Λογοτεχνία
Προτεινόμενα μυθιστορήματα Φανταστικής Λογοτεχνίας που αξίζει να διαβάσεις αν αγαπάς τους βρυκόλακες
Ανακάλυψε το επόμενο μυθιστόρημα φαντασίας με βαμπίρ που θα σε σαγηνέψει!
Αν σου άρεσε η θεματολογία του άρθρου, μπορείς να ανακαλύψεις τα παρακάτω μυθιστορήματα φαντασίας στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της FiFi-ebooks:
Έμπονυ Βάργκας – Πρώτος Τόμος “Νυχτερινοί Ψίθυροι”

Η αθανασία δεν ήταν ποτέ δώρο. Ήταν η καταδίκη της.
Η Έμπονυ Βάργκας είναι μια βρυκόλακας που αρνήθηκε να γίνει τέρας και που έφτιαξε
έναν δικό της κώδικα τιμής, προστατεύοντας τους ανθρώπους αντί να τους θηρεύει,
πληρώνοντας το τίμημα της αιώνιας ζωής, με μοναξιά, αίμα και ενοχές.
Όμως, το παρελθόν δεν ξεχνά και καμία νέα αρχή δεν μπορεί να τη σώσει από αυτό.
Είναι ερωτευμένη με τον γιο του καλύτερού της φίλου, έναν άντρα που κάποτε υπήρξε
το φως της και τώρα είναι η πιο επικίνδυνη σκιά της. Ανάμεσά τους στέκεται ένα κοινό,
επώδυνο παρελθόν γεμάτο μυστικά και απώλειες, επειδή κάποια λάθη δεν συγχωρούνται
και κάποιες πληγές δεν κλείνουν ποτέ.
Καθώς το σκοτάδι βαθαίνει και το χάος απλώνεται στο Λονδίνο, οι επιλογές της λιγοστεύουν
και η Έμπονυ καλείται να αποφασίσει. Να συνεχίσει να κουβαλά μόνη την κατάρα της αθανασίας
ή να ρισκάρει τα πάντα για μια λύτρωση που ίσως δεν της ανήκει;
Ένα σκοτεινό gothic romance μυθιστόρημα για την ελπίδα που επιβιώνει στο σκοτάδι, τις επιλογές
που στοιχειώνουν για πάντα και το τρομακτικό βάρος τού να είσαι αθάνατη χωρίς να ανήκεις πουθενά.
Bonus content!
Η ιστορία εξελίσσεται συνεχόμενα και διαβάζεται με τη σειρά. Στο τέλος του βιβλίου
υπάρχει Exclusive Preview του δεύτερου τόμου για να συνεχίσετε την ιστορία.
Δες τον ψηφιακό τόμο πατώντας εδώ
Έμπονυ Βάργκας – Δεύτερος Τόμος “Σκοτεινό Κάλεσμα”

Δεν υπάρχουν νέες αρχές όταν το αίμα θυμάται.
Άφησε το παρελθόν πίσω της. Αλλά το αίμα δεν ξεχνά.
Αποφασισμένη να αλλάξει ζωή, η Έμπονυ μετακομίζει στην Νέα Υόρκη, ελπίζοντας πως αυτή
τη φορά το σκοτάδι θα την αφήσει ήσυχη. Εκεί, γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα που της προσφέρει
μια επικίνδυνα γλυκιά ψευδαίσθηση κανονικότητας. Η έλξη γεννιέται γρήγορα ανάμεσά τους, αλλά
βασίζεται σε ένα καλά κρυμμένο ψέμα. Γιατί εκείνος δεν της αποκαλύπτει ποιος πραγματικά είναι.
Την ίδια στιγμή, οι συγγενείς της Αλίνα ξεκινούν το κυνήγι, ζητώντας εκδίκηση.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Ρεν έχει διαστρεβλώσει την αγάπη σε εμμονή και τη μνήμη σε μίσος. Τώρα,
επιστρέφει κακεντρεχής, σχεδόν ολέθριος, και έτοιμος να τη διεκδικήσει ή να τη διαλύσει.
Περικυκλωμένη από εχθρούς, ψέματα και έρωτες που δεν είναι αυτό που δείχνουν, η Έμπονυ καλείται
πάλι να επιλέξει.
Να πολεμήσει για μια νέα αρχή ή να αποδεχτεί πως κάθε ζωή που αγγίζει είναι καταδικασμένη;
Ένα σκοτεινό gothic romance μυθιστόρημα για τις δεύτερες ευκαιρίες που κοστίζουν ακριβά, τις ταυτότητες που κρύβονται στο σκοτάδι, το παρελθόν που δεν συγχωρεί και τα τέρατα που γεννά η ίδια η αγάπη.
Ο δεύτερος τόμος της σειράς Έμπονυ Βάργκας για πρώτη φορά διαθέσιμος ψηφιακά.
Δες τον ψηφιακό τόμο πατώντας εδώ
Δίτομο Σετ της σειράς Έμπονυ Βάργκας Ο Κύκλος του Χρόνου
Complete Edition Τόμοι 1 & 2

Αν θέλεις να έχεις μια ολοκληρωμένη εμπειρία ανάγνωσης, μπορείς να αποκτήσεις
το ψηφιακό σετ των δύο τόμων της Έμπονυ Βάργκας σε προνομιακή τιμή.
Δες το ψηφιακό σετ πατώντας εδώ
Το Ύψιλον του Τάφου: Η Σκοτεινή Ετυμολογία στην Ιστορία του Βαμπιρισμού
Η ωριμότερη και βαθύτερη πίστη στην κρυφή ετυμολογία των λέξεων.
Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατήρησε μια ορθογραφική μετατόπιση:
στα νεανικά μου γραπτά, εποχή που έβλεπα αυτά τα πλάσματα μέσα από την απλότητα του φόβου που προκαλούσαν στους ανθρώπους, η λέξη
αποτυπωνόταν ως «βρικόλακες», ενώ πλέον προτιμώ τη γραφή με ύψιλον.
Η αλλαγή αυτή δεν οφείλεται σε ορθογραφική μεταμέλεια ή κανόνες γραμματικής, αλλά σε μια προσωπική ετυμολογική διαίσθηση.
Νιώθω λοιπόν πως η λέξη απαιτεί το σκοτεινό βάθος του ύψιλον, μια ετυμολογική μεταφυσική τελετουργία θα έλεγα, αφού οι λέξεις είναι ζωντανοί οργανισμοί
και αναδύουν το άρωμα της καταγωγής τους.
Το ύψιλον των «βρυκολάκων» με συνδέει ακαδημαϊκά και διαισθητικά με τα βρύα και την παγωμένη υγρασία του κάτω κόσμου.
Είναι το γράμμα υ που σαν φωλιά αγκαλιάζει την υγρή σκοτεινή φύση αυτών των πλασμάτων της αιώνιας νύχτας.
